ばっさり

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με μια κίνηση, κόβοντας απότομα (κλαδιά κ.ά.), κόβοντας (μαλλιά) κοντά
  2. 02 ονοματοποιία δραστικά (περικοπή προϋπολογισμού κ.ά.), αποφασιστικά, αλύπητα (απόρριψη κ.ά.), εντελώς