ばらす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη αποκαλύπτω (ένα μυστικό), φανερώνω, εξωτερικεύω, βγάζω στη φόρα
  2. 02 καθομιλουμένη αποσυναρμολογώ, λύνω σε κομμάτια
  3. 03 καθομιλουμένη σκοτώνω, βγάζω από τη μέση, ξεφορτώνομαι
  4. 04 καθομιλουμένη πουλάω (κλεμμένα εμπορεύματα), λειτουργώ ως κλεπταποδόχος
  5. 05 αφήνω (ένα ψάρι) να ξεφύγει, χάνω (ένα ψάρι) από το αγκίστρι

Κλίση

Παρόν (απλό)
ばらす
Παρόν (ευγενικό)
ばらします
Άρνηση (απλή)
ばらさない
Άρνηση (ευγενική)
ばらしません
Παρελθόν (απλό)
ばらした
Παρελθόν (ευγενικό)
ばらしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ばらさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ばらしませんでした
Τε-μορφή
ばらして
Δυνητική
ばらせる
Προστακτική
ばらせ
Βουλητική
ばらそう
Υποθετική (ば)
ばらせば