ばれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαρρέω (για μυστικό), αποκαλύπτομαι (για ψέμα, ανάρμοστη συμπεριφορά κ.λπ.), γίνομαι γνωστός, ανακαλύπτομαι
  2. 02 διαφεύγω (για ψάρι)

Παραδείγματα

  • うそがばれる

    Το ψέμα αποκαλύφθηκε.

  • 悪事あくじ世間せけんばれる

    Οι κακές πράξεις του έγιναν γνωστές στο κοινό.

  • かくしていた秘密ひみつおやばれるのがこわくて、よるもよくねむれませんでした。

    Φοβόμουν τόσο πολύ μήπως αποκαλυφθεί το μυστικό που κρατούσα από τους γονείς μου, που δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ばれる
Παρόν (ευγενικό)
ばれます
Άρνηση (απλή)
ばれない
Άρνηση (ευγενική)
ばれません
Παρελθόν (απλό)
ばれた
Παρελθόν (ευγενικό)
ばれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ばれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ばれませんでした
Τε-μορφή
ばれて
Δυνητική
ばれられる
Προστακτική
ばれろ
Βουλητική
ばれよう
Υποθετική (ば)
ばれれば