ぱくぱく

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ανοιγοκλείνω επανειλημμένα το στόμα, αναπνέω με δυσκολία
  2. 02 ονοματοποιία ανοιγοκλείνω (π.χ. σόλα παπουτσιού), χασμουριέμαι ή ανοίγω απότομα
  3. 03 ονοματοποιία τρώω με όρεξη, καταβροχθίζω, μασουλάω, μπουκώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぱくぱくする
Παρόν (ευγενικό)
ぱくぱくします
Άρνηση (απλή)
ぱくぱくしない
Άρνηση (ευγενική)
ぱくぱくしません
Παρελθόν (απλό)
ぱくぱくした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぱくぱくしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぱくぱくしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぱくぱくしませんでした
Τε-μορφή
ぱくぱくして
Δυνητική
ぱくぱくできる
Προστακτική
ぱくぱくしろ
Βουλητική
ぱくぱくしよう
Υποθετική (ば)
ぱくぱくすれば