ぱちくり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ανοιγοκλείνω τα μάτια από έκπληξη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぱちくりする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぱちくりします
- Άρνηση (απλή)
- ぱちくりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぱちくりしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぱちくりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぱちくりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぱちくりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぱちくりしませんでした
- Τε-μορφή
- ぱちくりして
- Δυνητική
- ぱちくりできる
- Προστακτική
- ぱちくりしろ
- Βουλητική
- ぱちくりしよう
- Υποθετική (ば)
- ぱちくりすれば
- Υποθετική (たら)
- ぱちくりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぱちくりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぱちくりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぱちくりしなさい
- Παθητική
- ぱちくりされる
- Αιτιατική
- ぱちくりさせる