ぱらぱら
επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ψιχάλισμα (βροχής, αλατιού, κ.λπ.), κροτάλισμα
- 02 ονοματοποιία ξεφύλλισμα (βιβλίου, κ.λπ.), αναδίφηση
- 03 ονοματοποιία αραιός, διασκορπισμένος, σποραδικός
- 04 ονοματοποιία θρυμματιστός (π.χ. τόφου, τυρί), χαλαρός, σπυρωτός (π.χ. ρύζι)