ひしめき合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνωστίζομαι σε περιορισμένο χώρο, μαζεύομαι και προκαλώ φασαρία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ひしめき合う
- Παρόν (ευγενικό)
- ひしめき合います
- Άρνηση (απλή)
- ひしめき合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- ひしめき合いません
- Παρελθόν (απλό)
- ひしめき合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ひしめき合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ひしめき合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ひしめき合いませんでした
- Τε-μορφή
- ひしめき合って
- Δυνητική
- ひしめき合える
- Προστακτική
- ひしめき合え
- Βουλητική
- ひしめき合おう
- Υποθετική (ば)
- ひしめき合えば
- Υποθετική (たら)
- ひしめき合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- ひしめき合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- ひしめき合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- ひしめき合いなさい
- Παθητική
- ひしめき合われる
- Αιτιατική
- ひしめき合わせる