ひたはし

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέχω με πλήρη ταχύτητα, τρέχω ασταμάτητα
  2. 02 καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
ひた走る
Παρόν (ευγενικό)
ひた走ります
Άρνηση (απλή)
ひた走らない
Άρνηση (ευγενική)
ひた走りません
Παρελθόν (απλό)
ひた走った
Παρελθόν (ευγενικό)
ひた走りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ひた走らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ひた走りませんでした
Τε-μορφή
ひた走って
Δυνητική
ひた走れる
Προστακτική
ひた走れ
Βουλητική
ひた走ろう
Υποθετική (ば)
ひた走れば