ひっそり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ήσυχος, ατάραχος, σιωπηλός, έρημος
  2. 02 ονοματοποιία διακριτικά, σεμνά, ήσυχα

Παραδείγματα

  • よるいえひっそりとしていました。

    Το βράδυ, το σπίτι ήταν ήσυχο.

  • かれだれにもられないように、ひっそりとその場所ばしょりました。

    Έφυγε διακριτικά από το μέρος, ώστε να μην τον προσέξει κανείς.

  • むかしにぎわっていたこの商店街しょうてんがいも、いまでは人気ひとけがなく、ひっそりとしていて、時代じだいうつわりをかんじさせます。

    Αυτός ο εμπορικός δρόμος, που κάποτε έσφυζε από ζωή, είναι πλέον έρημος και ήσυχος, κάνοντάς μας να νιώθουμε το πέρασμα του χρόνου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ひっそりする
Παρόν (ευγενικό)
ひっそりします
Άρνηση (απλή)
ひっそりしない
Άρνηση (ευγενική)
ひっそりしません
Παρελθόν (απλό)
ひっそりした
Παρελθόν (ευγενικό)
ひっそりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ひっそりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ひっそりしませんでした
Τε-μορφή
ひっそりして
Δυνητική
ひっそりできる
Προστακτική
ひっそりしろ
Βουλητική
ひっそりしよう
Υποθετική (ば)
ひっそりすれば