ひと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ένα γλείψιμο
  2. 02 κατάποση, τύλιγμα (π.χ. από φωτιά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ひと舐めする
Παρόν (ευγενικό)
ひと舐めします
Άρνηση (απλή)
ひと舐めしない
Άρνηση (ευγενική)
ひと舐めしません
Παρελθόν (απλό)
ひと舐めした
Παρελθόν (ευγενικό)
ひと舐めしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ひと舐めしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ひと舐めしませんでした
Τε-μορφή
ひと舐めして
Δυνητική
ひと舐めできる
Προστακτική
ひと舐めしろ
Βουλητική
ひと舐めしよう
Υποθετική (ば)
ひと舐めすれば