ひどい目めにあわせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ σε κάποιον δεινά, ταλαιπωρώ κάποιον αφόρητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ひどい目にあわせる
Παρόν (ευγενικό)
ひどい目にあわせます
Άρνηση (απλή)
ひどい目にあわせない
Άρνηση (ευγενική)
ひどい目にあわせません
Παρελθόν (απλό)
ひどい目にあわせた
Παρελθόν (ευγενικό)
ひどい目にあわせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ひどい目にあわせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ひどい目にあわせませんでした
Τε-μορφή
ひどい目にあわせて
Δυνητική
ひどい目にあわせられる
Προστακτική
ひどい目にあわせろ
Βουλητική
ひどい目にあわせよう
Υποθετική (ば)
ひどい目にあわせれば