ひょっと

επίρρημα, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία πιθανόν, ίσως, ενδεχομένως
  2. 02 ονοματοποιία ακούσια, κατά λάθος, τυχαία

Κλίση

Παρόν (απλό)
ひょっとする
Παρόν (ευγενικό)
ひょっとします
Άρνηση (απλή)
ひょっとしない
Άρνηση (ευγενική)
ひょっとしません
Παρελθόν (απλό)
ひょっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ひょっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ひょっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ひょっとしませんでした
Τε-μορφή
ひょっとして
Δυνητική
ひょっとできる
Προστακτική
ひょっとしろ
Βουλητική
ひょっとしよう
Υποθετική (ば)
ひょっとすれば