ひらひら
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ανεμίζω, κυματίζω
- 02 ονοματοποιία αρχαϊκό τρεμοπαίζω (για φως, φλόγα κ.ά.)
- 03 ονοματοποιία βολάν, κομμάτι λεπτού υφάσματος
Παραδείγματα
-
ちょうちょがひらひらとんでいます。
Οι πεταλούδες πετούν κυματίζοντας.
-
カーテンが風でひらひらと動いています。
Οι κουρτίνες ανεμίζουν ελαφρά από τον αέρα.
-
桜の花びらが風に舞い、地面に向かってひらひらと降りてきました。
Τα ροδοπέταλα της κερασιάς χόρευαν στον αέρα και έπεφταν απαλά στο έδαφος.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ひらひらする
- Παρόν (ευγενικό)
- ひらひらします
- Άρνηση (απλή)
- ひらひらしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ひらひらしません
- Παρελθόν (απλό)
- ひらひらした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ひらひらしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ひらひらしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ひらひらしませんでした
- Τε-μορφή
- ひらひらして
- Δυνητική
- ひらひらできる
- Προστακτική
- ひらひらしろ
- Βουλητική
- ひらひらしよう
- Υποθετική (ば)
- ひらひらすれば
- Υποθετική (たら)
- ひらひらしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ひらひらしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ひらひらするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ひらひらしなさい
- Παθητική
- ひらひらされる
- Αιτιατική
- ひらひらさせる