ひん曲まげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λυγίζω (με μεγάλη δύναμη), στρίβω, διαστρεβλώνω
  2. 02 παραποιώ (την αλήθεια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ひん曲げる
Παρόν (ευγενικό)
ひん曲げます
Άρνηση (απλή)
ひん曲げない
Άρνηση (ευγενική)
ひん曲げません
Παρελθόν (απλό)
ひん曲げた
Παρελθόν (ευγενικό)
ひん曲げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ひん曲げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ひん曲げませんでした
Τε-μορφή
ひん曲げて
Δυνητική
ひん曲げられる
Προστακτική
ひん曲げろ
Βουλητική
ひん曲げよう
Υποθετική (ば)
ひん曲げれば