びくともしない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ατάραχος, αμετακίνητος, διατηρώ την ψυχραιμία μου
  2. 02 ακλόνητος, που δεν υποχωρεί ούτε χιλιοστό

Κλίση

Παρόν (απλό)
びくともしない
Παρόν (ευγενικό)
びくともしないです
Άρνηση (απλή)
びくともしなくない
Άρνηση (ευγενική)
びくともしなくないです
Παρελθόν (απλό)
びくともしなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
びくともしなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
びくともしなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
びくともしなくなかったです
Τε-μορφή
びくともしなくて
Υποθετική (ば)
びくともしなければ