びしょびしょ

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία μουσκεμένος, καταβρεγμένος, βρεγμένος ως το κόκαλο
  2. 02 ονοματοποιία αδιάκοπα (για βροχή), ψιχαλιστά