びらびら
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ανεμίζων (ιδίως για χοντρό ή βαρύ ύφασμα)
- 02 ονοματοποιία κομμάτι υφάσματος, χαρτιού, μετάλλου κ.λπ. που κρέμεται
- 03 καθομιλουμένη μικρά χείλη του αιδοίου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- びらびらする
- Παρόν (ευγενικό)
- びらびらします
- Άρνηση (απλή)
- びらびらしない
- Άρνηση (ευγενική)
- びらびらしません
- Παρελθόν (απλό)
- びらびらした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- びらびらしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- びらびらしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- びらびらしませんでした
- Τε-μορφή
- びらびらして
- Δυνητική
- びらびらできる
- Προστακτική
- びらびらしろ
- Βουλητική
- びらびらしよう
- Υποθετική (ば)
- びらびらすれば
- Υποθετική (たら)
- びらびらしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- びらびらしたい
- Απαγορευτική (~な)
- びらびらするな
- Προστακτική (ευγενική)
- びらびらしなさい
- Παθητική
- びらびらされる
- Αιτιατική
- びらびらさせる