ぴたっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία σφιχτά, στενά
- 02 ονοματοποιία ακριβώς, επακριβώς
- 03 ονοματοποιία ξαφνικά (για σταμάτημα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぴたっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぴたっとします
- Άρνηση (απλή)
- ぴたっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぴたっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぴたっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぴたっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぴたっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぴたっとしませんでした
- Τε-μορφή
- ぴたっとして
- Δυνητική
- ぴたっとできる
- Προστακτική
- ぴたっとしろ
- Βουλητική
- ぴたっとしよう
- Υποθετική (ば)
- ぴたっとすれば
- Υποθετική (たら)
- ぴたっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぴたっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぴたっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぴたっとしなさい
- Παθητική
- ぴたっとされる
- Αιτιατική
- ぴたっとさせる