ぴちっと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία σφιχτά, εφαρμοστά

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぴちっとする
Παρόν (ευγενικό)
ぴちっとします
Άρνηση (απλή)
ぴちっとしない
Άρνηση (ευγενική)
ぴちっとしません
Παρελθόν (απλό)
ぴちっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぴちっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぴちっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぴちっとしませんでした
Τε-μορφή
ぴちっとして
Δυνητική
ぴちっとできる
Προστακτική
ぴちっとしろ
Βουλητική
ぴちっとしよう
Υποθετική (ば)
ぴちっとすれば