ぴちぴち

επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία γεμάτος νεότητα και ζωντάνια (ιδίως για νεαρή γυναίκα), ζωηρά νέος, θαρραλέος, ενεργητικός
  2. 02 ονοματοποιία ζωντανός (για ψάρι) που σπαρταράει ενεργητικά (π.χ. όταν πιάνεται σε δίχτυ)
  3. 03 ονοματοποιία τεντωμένος μέχρι σκασμού (π.χ. ραφές), σφιχτός
  4. 04 ονοματοποιία πιτσιλιστός (π.χ. λάδι μαγειρέματος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぴちぴちする
Παρόν (ευγενικό)
ぴちぴちします
Άρνηση (απλή)
ぴちぴちしない
Άρνηση (ευγενική)
ぴちぴちしません
Παρελθόν (απλό)
ぴちぴちした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぴちぴちしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぴちぴちしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぴちぴちしませんでした
Τε-μορφή
ぴちぴちして
Δυνητική
ぴちぴちできる
Προστακτική
ぴちぴちしろ
Βουλητική
ぴちぴちしよう
Υποθετική (ば)
ぴちぴちすれば