ぴりり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία μουδιασμένος, τσιμπητός, καυτερός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぴりりする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぴりりします
- Άρνηση (απλή)
- ぴりりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぴりりしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぴりりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぴりりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぴりりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぴりりしませんでした
- Τε-μορφή
- ぴりりして
- Δυνητική
- ぴりりできる
- Προστακτική
- ぴりりしろ
- Βουλητική
- ぴりりしよう
- Υποθετική (ば)
- ぴりりすれば
- Υποθετική (たら)
- ぴりりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぴりりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぴりりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぴりりしなさい
- Παθητική
- ぴりりされる
- Αιτιατική
- ぴりりさせる