ぴんしゃん

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ακμαίος για την ηλικία του, δραστήριος παρά τα χρόνια του, γερός και δυνατός, γεμάτος ζωντάνια

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぴんしゃんする
Παρόν (ευγενικό)
ぴんしゃんします
Άρνηση (απλή)
ぴんしゃんしない
Άρνηση (ευγενική)
ぴんしゃんしません
Παρελθόν (απλό)
ぴんしゃんした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぴんしゃんしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぴんしゃんしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぴんしゃんしませんでした
Τε-μορφή
ぴんしゃんして
Δυνητική
ぴんしゃんできる
Προστακτική
ぴんしゃんしろ
Βουλητική
ぴんしゃんしよう
Υποθετική (ば)
ぴんしゃんすれば