ぴんと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τεντώνω, σφίγγω

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぴんと張る
Παρόν (ευγενικό)
ぴんと張ります
Άρνηση (απλή)
ぴんと張らない
Άρνηση (ευγενική)
ぴんと張りません
Παρελθόν (απλό)
ぴんと張った
Παρελθόν (ευγενικό)
ぴんと張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぴんと張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぴんと張りませんでした
Τε-μορφή
ぴんと張って
Δυνητική
ぴんと張れる
Προστακτική
ぴんと張れ
Βουλητική
ぴんと張ろう
Υποθετική (ば)
ぴんと張れば