ぴんぴん
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ζωηρός, δραστήριος, γεμάτος ενέργεια
- 02 ονοματοποιία έντονα, ζωηρά (αναπηδώντας, σπαρταρώντας κ.λπ.)
- 03 ονοματοποιία διαπεραστικός (π.χ. ήχος), οξύς, ενοχλητικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぴんぴんする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぴんぴんします
- Άρνηση (απλή)
- ぴんぴんしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぴんぴんしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぴんぴんした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぴんぴんしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぴんぴんしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぴんぴんしませんでした
- Τε-μορφή
- ぴんぴんして
- Δυνητική
- ぴんぴんできる
- Προστακτική
- ぴんぴんしろ
- Βουλητική
- ぴんぴんしよう
- Υποθετική (ば)
- ぴんぴんすれば
- Υποθετική (たら)
- ぴんぴんしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぴんぴんしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぴんぴんするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぴんぴんしなさい
- Παθητική
- ぴんぴんされる
- Αιτιατική
- ぴんぴんさせる