ふける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 το σκάω, το βάζω στα πόδια (π.χ. από τη δουλειά), το δραπετεύω, το κρύβομαι
  2. 02 καθομιλουμένη το κοπάνα, το κάνω κοπάνα από το σχολείο
  3. 03 το τερματίζω τον γύρο με λιγότερους από 20 πόντους

Κλίση

Παρόν (απλό)
ふける
Παρόν (ευγενικό)
ふけます
Άρνηση (απλή)
ふけない
Άρνηση (ευγενική)
ふけません
Παρελθόν (απλό)
ふけた
Παρελθόν (ευγενικό)
ふけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ふけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ふけませんでした
Τε-μορφή
ふけて
Δυνητική
ふけられる
Προστακτική
ふけろ
Βουλητική
ふけよう
Υποθετική (ば)
ふければ