ふさぎ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταθλίβομαι, μελαγχολώ, είμαι σε πεσμένη διάθεση, έχω τα μαύρα μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
ふさぎ込む
Παρόν (ευγενικό)
ふさぎ込みます
Άρνηση (απλή)
ふさぎ込まない
Άρνηση (ευγενική)
ふさぎ込みません
Παρελθόν (απλό)
ふさぎ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
ふさぎ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ふさぎ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ふさぎ込みませんでした
Τε-μορφή
ふさぎ込んで
Δυνητική
ふさぎ込める
Προστακτική
ふさぎ込め
Βουλητική
ふさぎ込もう
Υποθετική (ば)
ふさぎ込めば