ふにふに

ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάδι, χαϊδεύω
  2. 02 μαλακός, ονειρικός, τρυφερός

Κλίση

Παρόν (απλό)
ふにふにする
Παρόν (ευγενικό)
ふにふにします
Άρνηση (απλή)
ふにふにしない
Άρνηση (ευγενική)
ふにふにしません
Παρελθόν (απλό)
ふにふにした
Παρελθόν (ευγενικό)
ふにふにしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ふにふにしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ふにふにしませんでした
Τε-μορφή
ふにふにして
Δυνητική
ふにふにできる
Προστακτική
ふにふにしろ
Βουλητική
ふにふにしよう
Υποθετική (ば)
ふにふにすれば