ふやかす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μουλιάζω, βρέχω, μαλακώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ふやかす
- Παρόν (ευγενικό)
- ふやかします
- Άρνηση (απλή)
- ふやかさない
- Άρνηση (ευγενική)
- ふやかしません
- Παρελθόν (απλό)
- ふやかした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ふやかしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ふやかさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ふやかしませんでした
- Τε-μορφή
- ふやかして
- Δυνητική
- ふやかせる
- Προστακτική
- ふやかせ
- Βουλητική
- ふやかそう
- Υποθετική (ば)
- ふやかせば
- Υποθετική (たら)
- ふやかしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ふやかしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ふやかすな
- Προστακτική (ευγενική)
- ふやかしなさい
- Παθητική
- ふやかされる
- Αιτιατική
- ふやかさせる