ふやける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διογκώνομαι (από απορρόφηση υγρού), μαλακώνω, γίνομαι υδααρής, μουσκεύω, διαβρέχομαι
  2. 02 τεμπελιάζω, γίνομαι νωθρός, χαλαρώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
ふやける
Παρόν (ευγενικό)
ふやけます
Άρνηση (απλή)
ふやけない
Άρνηση (ευγενική)
ふやけません
Παρελθόν (απλό)
ふやけた
Παρελθόν (ευγενικό)
ふやけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ふやけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ふやけませんでした
Τε-μορφή
ふやけて
Δυνητική
ふやけられる
Προστακτική
ふやけろ
Βουλητική
ふやけよう
Υποθετική (ば)
ふやければ