ふらふら
επίρρημα, ρήμα, επίθετο | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ασταθώς, τρεκλίζοντας, παραπατώντας, ζαλισμένα
- 02 ονοματοποιία ταλαντευόμενος, ασταθώς, αναποφάσιστα
- 03 ονοματοποιία ασκόπως, ασυνείδητα, αυθόρμητα, χωρίς σκέψη
Παραδείγματα
-
体がふらふらします。
Το σώμα μου είναι ασταθές.
-
熱があるので、頭がふらふらします。
Έχω πυρετό, οπότε νιώθω ζαλάδα.
-
仕事が終わって疲れていたので、家までふらふらと歩いて帰りました。
Τελείωσα τη δουλειά και ήμουν κουρασμένος, οπότε πήγα σπίτι περπατώντας τρεκλίζοντας.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ふらふらする
- Παρόν (ευγενικό)
- ふらふらします
- Άρνηση (απλή)
- ふらふらしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ふらふらしません
- Παρελθόν (απλό)
- ふらふらした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ふらふらしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ふらふらしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ふらふらしませんでした
- Τε-μορφή
- ふらふらして
- Δυνητική
- ふらふらできる
- Προστακτική
- ふらふらしろ
- Βουλητική
- ふらふらしよう
- Υποθετική (ば)
- ふらふらすれば
- Υποθετική (たら)
- ふらふらしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ふらふらしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ふらふらするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ふらふらしなさい
- Παθητική
- ふらふらされる
- Αιτιατική
- ふらふらさせる