ふるい分わける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοσκινίζω, ξεδιαλέγω

Κλίση

Παρόν (απλό)
ふるい分ける
Παρόν (ευγενικό)
ふるい分けます
Άρνηση (απλή)
ふるい分けない
Άρνηση (ευγενική)
ふるい分けません
Παρελθόν (απλό)
ふるい分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
ふるい分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ふるい分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ふるい分けませんでした
Τε-μορφή
ふるい分けて
Δυνητική
ふるい分けられる
Προστακτική
ふるい分けろ
Βουλητική
ふるい分けよう
Υποθετική (ば)
ふるい分ければ