ふわっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με αίσθηση αιώρησης, σαν να επιπλέει, ελαφρά
- 02 ονοματοποιία απαλά, ήπια, ελαφρά
- 03 ονοματοποιία ανήσυχα, αβέβαια, διστακτικά, νευρικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ふわっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- ふわっとします
- Άρνηση (απλή)
- ふわっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ふわっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- ふわっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ふわっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ふわっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ふわっとしませんでした
- Τε-μορφή
- ふわっとして
- Δυνητική
- ふわっとできる
- Προστακτική
- ふわっとしろ
- Βουλητική
- ふわっとしよう
- Υποθετική (ば)
- ふわっとすれば
- Υποθετική (たら)
- ふわっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ふわっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ふわっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ふわっとしなさい
- Παθητική
- ふわっとされる
- Αιτιατική
- ふわっとさせる