ふわふわ
επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ανάλαφρα (επιπλέοντας, παρασυρόμενα κ.λπ.), με πλευστότητα
- 02 ονοματοποιία μαλακός, χνουδωτός, σπογγώδης
- 03 ονοματοποιία ασταθώς, επιπόλαια, άστατα, φαιδρά
Παραδείγματα
-
このパンはとてもふわふわです。
Αυτό το ψωμί είναι πολύ αφράτο.
-
子猫の毛は触るとふわふわしていて、とても気持ちいいです。
Όταν αγγίζεις τη γούνα του γατιού, είναι πολύ μαλακή και ευχάριστη.
-
彼は昨日からずっと気持ちがふわふわしていて、何かに集中できないようです。
Από χθες είναι κάπως στον κόσμο του, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε τίποτα.