ふわもこ

ουσιαστικό, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη ονοματοποιία πυκνός και αφράτος, μαλακός και με όγκο

Κλίση

Παρόν (απλό)
ふわもこする
Παρόν (ευγενικό)
ふわもこします
Άρνηση (απλή)
ふわもこしない
Άρνηση (ευγενική)
ふわもこしません
Παρελθόν (απλό)
ふわもこした
Παρελθόν (ευγενικό)
ふわもこしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ふわもこしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ふわもこしませんでした
Τε-μορφή
ふわもこして
Δυνητική
ふわもこできる
Προστακτική
ふわもこしろ
Βουλητική
ふわもこしよう
Υποθετική (ば)
ふわもこすれば