ふわり

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία απαλά, ανάλαφρα, ελαφρά

Παραδείγματα

  • タオルがかぜふわりった。

    Η πετσέτα αιωρήθηκε απαλά στον αέρα.

  • 彼女かのじょのスカートがあるくたびにふわりれるのがえた。

    Είδα τη φούστα της να ανεμίζει απαλά κάθε φορά που περπατούσε.

  • おさなころははいてくれたパンケーキは、いつだってあたたかくふわりとしていて、わたしこころたしてくれたものだ。

    Όταν ήμουν παιδί, οι ζεστές, αφράτες τηγανίτες που έφτιαχνε η μητέρα μου πάντα γέμιζαν την καρδιά μου με ευτυχία.