ぶかぶか
ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία πολύ μεγάλος (για ρούχα), φαρδύς, χαλαρός
- 02 ονοματοποιία φουσκωμένος, στραβωμένος
- 03 ονοματοποιία παφ, ποπ, ήχος από ξεφούσκωμα
ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict