ぶくぶく
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία φουσκωμένος, πρησμένος (π.χ. από νερό), φαρδύς ή άνετος (ρούχα)
- 02 ονοματοποιία που αφρίζει, που βγάζει φυσαλίδες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぶくぶくする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぶくぶくします
- Άρνηση (απλή)
- ぶくぶくしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぶくぶくしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぶくぶくした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぶくぶくしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぶくぶくしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぶくぶくしませんでした
- Τε-μορφή
- ぶくぶくして
- Δυνητική
- ぶくぶくできる
- Προστακτική
- ぶくぶくしろ
- Βουλητική
- ぶくぶくしよう
- Υποθετική (ば)
- ぶくぶくすれば
- Υποθετική (たら)
- ぶくぶくしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぶくぶくしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぶくぶくするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぶくぶくしなさい
- Παθητική
- ぶくぶくされる
- Αιτιατική
- ぶくぶくさせる