ぶすっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με μια κίνηση βύθισης (κάτι αιχμηρού σε κάτι μαλακό), με ώθηση, με μαχαιριά
- 02 ονοματοποιία σκυθρωπά, κατσουφιασμένα, με ύφος χίλια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぶすっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- ぶすっとします
- Άρνηση (απλή)
- ぶすっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぶすっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- ぶすっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぶすっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぶすっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぶすっとしませんでした
- Τε-μορφή
- ぶすっとして
- Δυνητική
- ぶすっとできる
- Προστακτική
- ぶすっとしろ
- Βουλητική
- ぶすっとしよう
- Υποθετική (ば)
- ぶすっとすれば
- Υποθετική (たら)
- ぶすっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぶすっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぶすっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぶすっとしなさい
- Παθητική
- ぶすっとされる
- Αιτιατική
- ぶすっとさせる