ぶちたる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσκρούω, τρακάρω, πέφτω πάνω σε κάτι
  2. 02 αντιμετωπίζω (προβλήματα, δυσκολίες κ.λπ.), έρχομαι αντιμέτωπος με

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶち当たる
Παρόν (ευγενικό)
ぶち当たります
Άρνηση (απλή)
ぶち当たらない
Άρνηση (ευγενική)
ぶち当たりません
Παρελθόν (απλό)
ぶち当たった
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶち当たりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶち当たらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶち当たりませんでした
Τε-μορφή
ぶち当たって
Δυνητική
ぶち当たれる
Προστακτική
ぶち当たれ
Βουλητική
ぶち当たろう
Υποθετική (ば)
ぶち当たれば