ぶち抜く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαπερνώ, τρυπώ, διατρυπώ, διανοίγω
- 02 αφαιρώ (τοίχους μεταξύ δωματίων), ενοποιώ (π.χ. δύο δωμάτια σε ένα)
- 03 φέρνω εις πέρας, ολοκληρώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぶち抜く
- Παρόν (ευγενικό)
- ぶち抜きます
- Άρνηση (απλή)
- ぶち抜かない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぶち抜きません
- Παρελθόν (απλό)
- ぶち抜いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぶち抜きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぶち抜かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぶち抜きませんでした
- Τε-μορφή
- ぶち抜いて
- Δυνητική
- ぶち抜ける
- Προστακτική
- ぶち抜け
- Βουλητική
- ぶち抜こう
- Υποθετική (ば)
- ぶち抜けば
- Υποθετική (たら)
- ぶち抜いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぶち抜きたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぶち抜くな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぶち抜きなさい
- Παθητική
- ぶち抜かれる
- Αιτιατική
- ぶち抜かせる