ぶちやぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γκρεμίζω, καταστρέφω, σπάω, παραβιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶち破る
Παρόν (ευγενικό)
ぶち破ります
Άρνηση (απλή)
ぶち破らない
Άρνηση (ευγενική)
ぶち破りません
Παρελθόν (απλό)
ぶち破った
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶち破りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶち破らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶち破りませんでした
Τε-μορφή
ぶち破って
Δυνητική
ぶち破れる
Προστακτική
ぶち破れ
Βουλητική
ぶち破ろう
Υποθετική (ば)
ぶち破れば