ぶち込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ρίχνω μέσα, εκσφενδονίζω μέσα
- 02 καρφώνω μέσα, καρφώνομαι, χτυπάω με δύναμη, στέλνω (π.χ. μια μπάλα) στις κερκίδες
- 03 πυροβολώ μέσα, εκτοξεύω (πύραυλο) εναντίον
- 04 φοράω (σπαθί κ.λπ.), φέρω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぶち込む
- Παρόν (ευγενικό)
- ぶち込みます
- Άρνηση (απλή)
- ぶち込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぶち込みません
- Παρελθόν (απλό)
- ぶち込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぶち込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぶち込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぶち込みませんでした
- Τε-μορφή
- ぶち込んで
- Δυνητική
- ぶち込める
- Προστακτική
- ぶち込め
- Βουλητική
- ぶち込もう
- Υποθετική (ば)
- ぶち込めば
- Υποθετική (たら)
- ぶち込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぶち込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぶち込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぶち込みなさい
- Παθητική
- ぶち込まれる
- Αιτιατική
- ぶち込ませる