ぶち開あける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο ανοίγω με δύναμη (μια τρύπα σε τοίχο κ.λπ.)
  2. 02 σπάνιο μιλάω ειλικρινά, ανοίγω την καρδιά μου
  3. 03 σπάνιο αδειάζω τα πάντα (από το εσωτερικό ενός αντικειμένου, π.χ. ένα κουτί)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶち開ける
Παρόν (ευγενικό)
ぶち開けます
Άρνηση (απλή)
ぶち開けない
Άρνηση (ευγενική)
ぶち開けません
Παρελθόν (απλό)
ぶち開けた
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶち開けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶち開けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶち開けませんでした
Τε-μορφή
ぶち開けて
Δυνητική
ぶち開けられる
Προστακτική
ぶち開けろ
Βουλητική
ぶち開けよう
Υποθετική (ば)
ぶち開ければ