ぶっ掛ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καταβρέχω, χύνω, περιλούζω (νερό κ.λπ. πάνω σε κάποιον ή κάτι)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぶっ掛ける
- Παρόν (ευγενικό)
- ぶっ掛けます
- Άρνηση (απλή)
- ぶっ掛けない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぶっ掛けません
- Παρελθόν (απλό)
- ぶっ掛けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぶっ掛けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぶっ掛けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぶっ掛けませんでした
- Τε-μορφή
- ぶっ掛けて
- Δυνητική
- ぶっ掛けられる
- Προστακτική
- ぶっ掛けろ
- Βουλητική
- ぶっ掛けよう
- Υποθετική (ば)
- ぶっ掛ければ
- Υποθετική (たら)
- ぶっ掛けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぶっ掛けたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぶっ掛けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぶっ掛けなさい
- Παθητική
- ぶっ掛けられる
- Αιτιατική
- ぶっ掛けさせる