ぶっ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καρφώνω, εισάγω με δύναμη, χτυπώ μέσα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα πετώ μέσα, ρίχνω μέσα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα αναμειγνύω
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα φοράω (σπαθί), φέρω

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶっ込む
Παρόν (ευγενικό)
ぶっ込みます
Άρνηση (απλή)
ぶっ込まない
Άρνηση (ευγενική)
ぶっ込みません
Παρελθόν (απλό)
ぶっ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶっ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶっ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶっ込みませんでした
Τε-μορφή
ぶっ込んで
Δυνητική
ぶっ込める
Προστακτική
ぶっ込め
Βουλητική
ぶっ込もう
Υποθετική (ば)
ぶっ込めば