ぶっばす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίχνω κάποιον κάτω, γκρεμίζω
  2. 02 εκσφενδονίζω, χτυπώ, εκτινάσσω, πυροδοτώ
  3. 03 διώχνω μακριά (θλίψεις, ανησυχίες κ.λπ.), εξαλείφω
  4. 04 τρέχω με ιλιγγιώδη ταχύτητα, καλπάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶっ飛ばす
Παρόν (ευγενικό)
ぶっ飛ばします
Άρνηση (απλή)
ぶっ飛ばさない
Άρνηση (ευγενική)
ぶっ飛ばしません
Παρελθόν (απλό)
ぶっ飛ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶっ飛ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶっ飛ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶっ飛ばしませんでした
Τε-μορφή
ぶっ飛ばして
Δυνητική
ぶっ飛ばせる
Προστακτική
ぶっ飛ばせ
Βουλητική
ぶっ飛ばそう
Υποθετική (ば)
ぶっ飛ばせば