ぶっ飛ぶ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκτινάσσομαι, εκτοξεύομαι (π.χ. στον ουρανό)
- 02 στερούμαι κοινής λογικής
- 03 καθομιλουμένη μένω έκπληκτος (από)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ぶっ飛ぶ
- Παρόν (ευγενικό)
- ぶっ飛びます
- Άρνηση (απλή)
- ぶっ飛ばない
- Άρνηση (ευγενική)
- ぶっ飛びません
- Παρελθόν (απλό)
- ぶっ飛んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ぶっ飛びました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ぶっ飛ばなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ぶっ飛びませんでした
- Τε-μορφή
- ぶっ飛んで
- Δυνητική
- ぶっ飛べる
- Προστακτική
- ぶっ飛べ
- Βουλητική
- ぶっ飛ぼう
- Υποθετική (ば)
- ぶっ飛べば
- Υποθετική (たら)
- ぶっ飛んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- ぶっ飛びたい
- Απαγορευτική (~な)
- ぶっ飛ぶな
- Προστακτική (ευγενική)
- ぶっ飛びなさい
- Παθητική
- ぶっ飛ばれる
- Αιτιατική
- ぶっ飛ばせる