ぶつけ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταλλάσσω απόψεις έντονα, προβάλλω αντικρουόμενες ιδέες
  2. 02 συντρίβω το ένα πάνω στο άλλο, συγκρούομαι, πετώ το ένα στο άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶつけ合う
Παρόν (ευγενικό)
ぶつけ合います
Άρνηση (απλή)
ぶつけ合わない
Άρνηση (ευγενική)
ぶつけ合いません
Παρελθόν (απλό)
ぶつけ合った
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶつけ合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶつけ合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶつけ合いませんでした
Τε-μορφή
ぶつけ合って
Δυνητική
ぶつけ合える
Προστακτική
ぶつけ合え
Βουλητική
ぶつけ合おう
Υποθετική (ば)
ぶつけ合えば