ぶらぶら

επίρρημα, ρήμα, επίθετο | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αιωρούμαι, ταλαντεύομαι, κρέμομαι
  2. 02 ονοματοποιία περιφέρομαι χαλαρά, σουλατσάρω, τριγυρνώ άσκοπα
  3. 03 ονοματοποιία τεμπέλικα, αργόσχολα, χαλαρά, άσκοπα

Παραδείγματα

  • くさりぶらぶらしています。

    Η αλυσίδα κρέμεται.

  • 休日きゅうじつとくにやることもないので、まちぶらぶらしました

    Τις αργίες, επειδή δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να κάνω, συνηθίζω να σουλατσάρω στην πόλη.

  • ゆめだった世界一周旅行せかいいっしゅうりょこう実現じつげんしたかれは、いま定職ていしょくかず気ままきままぶらぶら々をごしている。

    Αφού πραγματοποίησε το όνειρό του να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, τώρα περνάει τις μέρες του χαλαρά, χωρίς σταθερή δουλειά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ぶらぶらする
Παρόν (ευγενικό)
ぶらぶらします
Άρνηση (απλή)
ぶらぶらしない
Άρνηση (ευγενική)
ぶらぶらしません
Παρελθόν (απλό)
ぶらぶらした
Παρελθόν (ευγενικό)
ぶらぶらしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ぶらぶらしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ぶらぶらしませんでした
Τε-μορφή
ぶらぶらして
Δυνητική
ぶらぶらできる
Προστακτική
ぶらぶらしろ
Βουλητική
ぶらぶらしよう
Υποθετική (ば)
ぶらぶらすれば