ぶらりぶらり

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αιωρούμενος, λικνιζόμενος, κρεμάμενος
  2. 02 ονοματοποιία περπατώ άνετα, περιφέρομαι άσκοπα, τριγυρνώ χαλαρά
  3. 03 ονοματοποιία αργόσχολα, νωχελικά, άνετα, άσκοπα